Διδακτικές ιστορίες αλλά...μην τις διαβάσεις

Είχα καιρό αυτές τις ιστορίες στο αρχείο μου. Δεν τις είχα αναρτήσει γιατί περιέχουν στενάχωρες ιστορίες αλλά ταυτοχρονα διδακτικές και με τον δικό τους τρόπο...αισιόδοξες! Πρέπει όμως να σου πω να κλείσεις την σελίδα αυτή τώρα, αν δεν θέλεις να βρέξεις το μάγουλο σου με ένα δάκρυ. Μην σου χαλάσει και το βάψιμο! Κλείσε τη σελίδα και την ανοίγεις ξανά...άβαφτη!

Πολλές φορές κρίνουμε τους άλλους χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς μπορεί να συμβαίνει στη ζωή τους

Ένας γιατρός έφτασε στο νοσοκομείο. Τον κάλεσαν επειγόντως στο χειρουργείο για μια πολύ σοβαρή περίπτωση: ένα παιδί είχε πάθει ατύχημα. Ο γιατρός αμέσως προετοιμαζόταν, αλλά πριν μπει στο χειρουργείο, πήγε στον πατέρα του παιδιού που έκλαιγε, «Γιατί ήρθατε τόσο αργά; Γιατί; Δε γνωρίζετε ότι η ζωή του γιου μου είναι σε κίνδυνο; Δεν έχετε αίσθημα ευθύνης!» Ο γιατρός χαμογέλασε και πολύ ήρεμα απάντησε, «Λυπάμαι, δεν ήμουν στο νοσοκομείο, βρισκόμουν αλλού, αλλά ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τώρα ηρεμήστε και αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου.». Αλλά ο πατέρας του παιδιού συνέχισε να τον πιέζει, «Να ηρεμήσω; Πως θα νιώθατε αν ήταν ο γιος σας; Ήρεμος; » Ο γιατρός χαμογέλασε ξανά και είπε, «Οι γιατροί δεν κάνουν πάντα θαύματα, αλλά μην ανησυχείτε. Θα κάνω ό, τι περνάει από το χέρι μου για το γιο σας.» Ο πατέρας, ανικανοποίητος με τα λόγια του γιατρού, μουρμούρισε, «Είναι εύκολο να δίνετε συμβουλές όταν δεν εμπλέκεστε προσωπικά.» Ο γιατρός βγήκε από την αίθουσα με ένα ικανοποιητικό βλέμμα και είπε στον πατέρα, «Η εγχείρηση ήταν επιτυχής και ο γιος σας βρίσκεται εκτός κινδύνου.» Χωρίς να περιμένει την απάντηση του πατέρα, κοίταξε το ρολόι του και έφυγε τρέχοντας ενώ φώναξε πίσω του, «Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα, ρωτήστε τη νοσοκόμα!» Ο πατέρας θυμωμένος γύρισε προς τη νοσοκόμα και ρώτησε, «Είναι πάντα έτσι; Πόσο αυθάδης! Δε μπορούσε να περιμένει μερικά λεπτά για να μου πει τη κατάσταση του γιου μου;» Η νοσοκόμα, με δάκρυα στα μάτια, απάντησε, «Ο γιος του σκοτώθηκε χθες σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και βρισκόταν στην κηδεία όταν τον καλέσαμε για την εγχείρηση. Τώρα που ο γιος σας βρίσκεται εκτός κινδύνου, ο γιατρός πηγαίνει στη κηδεία του δικού του γιου.»

Ημερολόγιο νοσοκομείου - Πεθαίνοντας από εγκεφαλικό στην Ελλάδα

Η Τ., μια εβδομάδα μετά το θάνατο του πατέρα της, έγραψε στο LIFO.gr για τη συγκλονιστική, αν και τόσο ανθρώπινη, περιπέτειά τους. Ο μαραθώνιος που έζησε η Τ. πριν λίγο καιρό στα νοσοκομεία είναι διαφωτιστικός όχι μόνο για την κατάσταση στο σύστημα υγείας, αλλά και για την ανθρώπινη ψυχή. Την ευχαριστώ που μας εμπιστεύτηκε το Ημερολόγιό της...

Η πρώτη μέρα

Είναι η τρίτη φορά που τηλεφωνώ για ασθενοφόρο. Κάθε φορά με ρωτούν τα ίδια: την ηλικία και το όνομά του. Τους λέω «πεθαίνει, δεν τον προλαβαίνετε». Είναι Κυριακή, 7.09 το πρωί. Ακόμα μας καταλαβαίνει. Μου σφίγγει το χέρι. Του λέω να κουνήσει τα πόδια. Τα κουνάει. Δεν μπορεί να μιλήσει. Βγάζει ένα γρύλισμα. Φοβάμαι ότι έχει σπάσει το κεφάλι του από την πτώση. Με πιάνει πανικός. Με το ένα του χέρι τραβάει το εσώρουχό του προς τα πάνω. Σκέφτομαι να του βάλω ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι και να του ρίξω ένα λεπτό πάπλωμα. Δεν είμαι σίγουρη αν είναι το σωστό. Οι άλλοι προσπαθούν να με ηρεμήσουν. Τους βασανίζω. Έρχονται μετά από ώρα και μας βάζουν τις φωνές γιατί δεν έχουμε ασανσέρ. Τον σηκώνουν κρατώντας τις άκρες από το πάπλωμα και τον βάζουν όρθιο στην καρέκλα. Ανοίγει λίγο τα μάτια και τα ξανακλείνει. Στο ασθενοφόρο ο τραυματιοφορέας μου κάνει νόημα ότι είναι σοβαρά. Καταλήγουμε σε ένα τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της Αθήνας. Εφημερεύει. Γίνεται κόλαση. Τον σπρώχνουν γρήγορα στο Νευρολογικό. Τον κοιτούν για δευτερόλεπτα και τον διώχνουν χωρίς να μας πουν τίποτα. Τριγυρνάμε με το φορείο στους διαδρόμους. Φτάνουμε στο Παθολογικό, τον βάζουν μέσα και μας λένε να βγούμε έξω και θα μας φωνάξουν να γράψουμε το ιστορικό. Όταν μπαίνουμε, αρκετή ώρα μετά, έχει τα μάτια κλειστά και δείχνει να κοιμάται. Τον φωνάζουν αλλά δεν απαντά. Με το φορείο καταλήγουμε στη Β’ Παθολογική. Με βάζουν να κάθομαι απέναντι του και να παρατηρώ την κοιλιά του. Αν ανεβοκατεβαίνει σημαίνει ότι αναπνέει. Αλλιώς πρέπει να βάλω τις φωνές. Δείχνει να κοιμάται αλλά δεν είμαι σίγουρη. Σε λίγη ώρα έρχονται να του πάρουν πίεση και μας βγάζουν όλους έξω. Τον διασωληνώνουν. Μας εξηγούν ότι κανονικά θα ήθελε εντατική αλλά ο μέσος όρος αναμονής είναι δέκα μέρες. «Δεν πρόκειται να αντέξει τόσο», μας λένε. «Προετοιμαστείτε για το χειρότερο». Τι σημαίνει αυτό; Περνούν οι ώρες. Ψάχνουμε μανιωδώς για εντατική. Τηλεφωνούμε σε όλα τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Δεν υπάρχει κρεβάτι για δείγμα. Αργά το απόγευμα-μάλλον γιατί κάποιος πέθανε, σκέφτομαι-βρίσκεται ένα κρεβάτι σε εντατική σε άλλο νοσοκομείο. Πρέπει να περιμένουμε το τέλος της βάρδιας των γιατρών για να τον συνοδεύσουν. Γίνεται πια βράδυ όταν φτάνουμε. Μέρες μετά μαθαίνω ότι οι πρώτες 24 ώρες είναι οι πιο κρίσιμες για τη φροντίδα ενός τέτοιου περιστατικού. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μονάδα για εγκεφαλικά. Και ας είναι η νούμερο ένα αιτία θανάτου μαζί με τον καρκίνο. Και όταν προτάθηκε κάποτε να γίνει απορρίφτηκε από τους γιατρούς. Κανείς δεν ήθελε να διασπαστεί το τμήμα του. Κατά ένα παράξενο τρόπο όσο χειροτερεύει τόσο έχω ελπίδες. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε όταν θα τον πάρω στο σπίτι. Θα βρούμε τρόπο. Μόνο να την γλυτώσουμε.

Η Εντατική

Είναι παράξενο τι συμβαίνει με αυτό το νοσοκομείο. Εχει τη φήμη του χειρότερου στην Ελλάδα και το νοιώθω σαν σωτηρία. Είναι βράδυ όταν μας ενημερώνουν ότι πάμε για το πρώτο 24ωρο και βλέπουμε. Πριν φύγω μου δίνουν τη βέρα του. «Δεν κρατάμε τίποτα προσωπικό στην εντατική», μου λένε. Κάθομαι όλο το βράδυ απ’ έξω. Μαθαίνω και ξεχωρίζω τους θορύβους. Ο βόμβος από ένα ψύκτη στην άκρη, η πόρτα στο ισόγειο που κάνει σαν λιοντάρι που γρυλίζει-«μα κανείς δεν σκέφτηκε να την φτιάξει;», αναρωτιέμαι-, ο ήχος του ασανσέρ όταν φτάνει στον όροφο. Πρέπει να οργανωθώ. Την επόμενη μέρα φέρνω μαζί μου σταυρόλεξα και μοιράζω τη νύχτα σε φάσεις. Γύρω στις 5 έρχονται οι καθαρίστριες με τα συνεργεία, πιάνουμε κουβέντα και περνάει το πρωινό. Τον βλέπω ξανά την επόμενη. Είναι ήρεμος. Με κλειστά τα μάτια. Διασωληνωμένος. Γυμνός με ένα σεντόνι. Σκέφτομαι ότι θα κρυώσει μέσα στο χειμώνα. Μήπως να του φέρω μια πιτζάμα; Μια κουβέρτα; Με κοιτούν οι γιατροί μάλλον με συμπάθεια. Πιθανόν για την ανοησία μου. Είναι περίεργο αυτά που περνούν από το μυαλό του ανθρώπου. Μαθαίνω την πρώτη μέρα τα βασικά και τις επόμενες τα λέω και στους άλλους. Πρώτα η ρόμπα-καινούργια κάθε φορά-μετά το απολυμαντικό υγρό και ξανά πάλι πλύση όταν φεύγουμε. Περνάει το πρώτο 24ωρο. Και το δεύτερο. Έχουμε ελπίδες. Έτσι πιστεύω. Την επόμενη τον βλέπω με δυο παγοκύστες στα πόδια και ένα ανεμιστήρα κολλημένο στα πλευρά. Με πιάνει πανικός. «Θα πάθει πνευμονία», λέω. «Εχει πνευμονία», απαντούν. «Και με αυτό τον τρόπο προσπαθούμε να κατεβάσουμε τον πυρετό για να μην τον επιβαρύνουμε με φάρμακα. Τα ζωτικά του όργανα είναι το μόνο που λειτουργεί». Είναι αδύνατον να τα καταφέρει. «Εδώ δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι», απαντούν. Εκείνη την ώρα μου φαίνεται περίεργο αλλά είναι αρκετό για να πιαστώ από κάπου. Τα καταφέρνει πέντε μέρες μετά. Πέφτει ο πυρετός και τον αποδιασωληνώνουν. Αναπνέει με τραχειοστομία. Ανοίγει λίγο τα μάτια, απαντά μόνο στο ερέθισμα του πόνου, κουνάει, όμως, το αριστερό χέρι πηγαίνοντας το από κάτω προς τα πάνω. Η πρώτη οργανωμένη κίνηση. Τώρα έχω πραγματικές ελπίδες. Τα βράδια περνούν παράξενα. Η απόλυτη σιωπή είναι σημάδι ότι όλα πηγαίνουν καλά. Τις τελευταίες μέρες είναι όλο και πιο όμορφος. Τον ξύρισαν, του έβαλαν κρέμα στα μάγουλα για να μην ανοίξει, βούτυρο κακάου στα χείλη που είχαν ξεραθεί. Είναι καθαρός σαν νεογέννητο παιδί. Μου έρχεται να τους φιλήσω τα χέρια. Είμαστε στην 25η μέρα και κάθε φορά είναι καλύτερα. Δεν ανοίγει πάντα τα μάτια αλλά κάποιες φορές κάνει κάποιες κινήσεις. Του βγάζουν την παροχέτευση από το κεφάλι και αρχίζουν τη συζήτηση ότι πρέπει να φύγουμε. Πού να πάμε; Σπίτι μας απαγορεύεται. Πρέπει να επιστρέψει στο νοσοκομείο από όπου ήρθε. Δεν υπάρχουν νοσοκομεία για την περίπτωσή του και αφού δεν μιλάει δεν μπορεί να πάει σε κέντρο αποκατάστασης. Αρχίζει πάλι ο μαραθώνιος με τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Κρεβάτια υπάρχουν αλλά κανείς δεν θέλει να αναλάβει τέτοιο περιστατικό. Πιέζουμε να μείνει στο ίδιο νοσοκομείο που ξέρουν το ιστορικό του. Ο διευθυντής δεν δέχεται καν να με δει. Ένας νευρολόγος μου ψιθυρίζει-για το καλό μου όπως λέει-ότι το περιστατικό είναι πολύ βαρύ. Είναι λάθος που φεύγει. Το τελευταίο βράδυ κάνουμε μια ακόμα προσπάθεια μήπως επιστρέψουμε στη Νευρολογική Κλινική ή μια Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας στο πρώτο νοσοκομείο. Η γιατρός, απηυδισμένη από την περίπτωσή μου, μου λέει την αλήθεια. Δεν υπάρχει κρεβάτι στις εντατικές ούτε για δείγμα. Πρέπει να φύγει για να μπουν και άλλοι. Ήταν θαύμα που τον πήραν από την πρώτη μέρα αφού έχει περάσει τα 80. Καμία νευρολογική κλινική δεν παίρνει ασθενείς με εγκεφαλικά μετά τα 70.  Το ίδιο και οι Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας. Ο πατέρας μου είναι 83. Προσπαθώ να τους πείσω ότι ήταν καλύτερος και από 50άρης. Δεν ακούει κανείς.

Επιστροφή στη Β’ Παθολογική

Είναι η μέρα που έχουν απεργία τα ασθενοφόρα και σκέφτομαι σχεδόν με έξαλλη χαρά ότι κερδίσαμε μια μέρα ακόμα στην Εντατική. Φτάνω στις 12 που αρχίζει το επισκεπτήριο όταν τον βλέπω να τον βγάζουν από το δωμάτιο. Εχει ανοιχτά τα μάτια του. Στρίβει το πρόσωπό του προς τη φωνή μου. Η έτσι μου φαίνεται. «Κατά σύμπτωση βρέθηκε ασθενοφόρο σήμερα», μου λένε, «και γίνεται η μεταφορά». Τον έχουν τυλίξει με μια ρόμπα εντατικής και μια κουβέρτα. Μου δίνουν να κρατήσω ένα κουτί και με βάζουν να κάτσω δίπλα στον οδηγό. Δεν ρωτάω τι είναι το κουτί. «Θα το χρειαστείτε», απαντούν. Φτάνουμε στο νοσοκομείο με τη συνοδεία της γιατρού της Εντατικής. Το μόνο που ζητάει πίσω είναι τα σεντόνια. Δεν καταλαβαίνω γιατί. Μας οδηγούν στη Β’ Παθολογική από όπου ξεκινήσαμε. Ένα κρεβάτι σε ένα δωμάτιο με δύο άδεια κρεβάτια. Είναι εφημερία και μέχρι το βράδυ έχουν γεμίσει και τα ράντσα στους διαδρόμους. Είναι γυμνός με ένα σεντόνι. Σκέφτομαι ότι θα κρυώσει. Οι άλλοι-οι πολύτιμοι άλλοι-μου λένε ότι πρέπει να παρακαλέσω για μια κουβέρτα. Και μου εξηγούν τους κανόνες. Δεν πιέζεις πολύ, δεν ενοχλείς στα γραφεία, δεν ρωτάς πολλά. Καταφέρνω να βρω μια κουβέρτα. Τον σκεπάζω ελπίζοντας ότι θα έρθει κάποιος. Μέχρι τις 2 το πρωί δεν έρχεται κανείς. Όταν περνάει τελικά ένας γιατρός του λέω ότι από το μεσημέρι δεν του έχει πάρει κανείς πίεση και θερμοκρασία. Έκανα την πρώτη βλακεία. Ωρύεται ότι είμαι αυθάδης. Ζητώ χίλιες φορές συγνώμη. Δεν θα το ξανακάνω. Μέσα στη μέρα οι μόνοι που μπαίνουν στα δωμάτια είναι αυτοί που αφήνουν διαφημιστικά για αναπηρικά καροτσάκια και αποκλειστικές. Αφήνουν τα δικά τους και παίρνουν τα άλλα που έχουν αφήσει οι προηγούμενοι. Συνέχεια. Βρίσκουμε τη Β. Αποκλειστική, έχει χάσει τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν πεθάνει στα χέρια της, τον χαϊδεύει και μου λέει: «δεν θα κρατήσει πολύ, δεν θα μπορέσεις να τον πάρεις ποτέ σπίτι, θα φύγει ήσυχα χωρίς να κάνει θόρυβο». Δεν δίνω καμία σημασία. Δεν μπορεί να ξέρει καλύτερα από τους γιατρούς. Τις επόμενες μέρες διαπιστώνω ότι ό,τι λέει βγαίνει αληθινό. Αρχίζω να οργανώνομαι. Φέρνω θερμόμετρα, μαξιλάρια, υποσέντονα. Το μεσημέρι της επόμενης μου αφήνουν το φαγητό του. Τρία μπολ με αλεσμένο κρέας, λαχανικά και σούπα. Νομίζω ότι έχει γίνει λάθος. Εικοσιπέντε μέρες στην εντατική δεν είχε πιεί ούτε νερό. Μου εξηγούν ότι πρέπει να τον ταΐσω από το λεβάιν που έχει στη μύτη. Παρακαλώ να το κάνει οποιοσδήποτε ή τουλάχιστον, να μου δείξουν τι πρέπει να κάνω. «Δεν είναι δική μας δουλειά», απαντούν. Φέρνουμε μια αποκλειστική για την ημέρα. Βάζει λίγα αλεσμένα λαχανικά στη σύριγγα, την πιέζει και μετά λίγο νερό για να ξεπλυθεί ο σωλήνας. Παθαίνει σπασμούς. Τρέχω στους διαδρόμους και ουρλιάζω. «Πεθαίνει, πεθαίνει». Φοβάμαι για εισρόφηση. Με βγάζουν έξω. Ακούω κλεφτά δυο νοσοκόμες να λένε ότι δεν είχε μπει σωστά το λεβάιν. Του βάζουν καινούργιο και μέχρι το βράδυ δεν του δίνουμε τίποτα. Την τελευταία μέρα είναι τόσο γλυκός και ήρεμος. Όμορφος σαν εκείνη την φωτογραφία που είχε πάντα στο πορτοφόλι του 20 χρονών στο χωριό του. Την επόμενη ο πυρετός ανεβαίνει. Πηγαίνω στις μύτες στο δωμάτιο των νοσοκόμων για να τους το πω χωρίς να αποκαλύψω ότι έφερα θερμόμετρο από το σπίτι. Τους ρωτώ αν μπορεί να έρθει κάποιος να με βοηθήσει να του σηκώσω το κεφάλι για να αλλάξω μαξιλάρι γιατί έχει ανοίξει η πληγή του και ίσως κάποιος να τον πλύνει; Να τον καθαρίσει; Μου εξηγούν μια ακόμα φορά ότι δεν είναι δική τους δουλειά. Για την καθαριότητα υπάρχει ένας νοσοκόμος για όλο το νοσοκομείο και έχει πιο σοβαρές δουλειές να κάνει. Οι άλλοι κλείνουν το μάτι. Με κάτι στην τσέπη γίνεται αμέσως δική τους δουλειά, μου εξηγούν. Την Κυριακή είναι πιο χαλαρή μέρα. Ακολουθώ τον νοσοκόμο από πίσω και σχεδόν τον παρακαλώ να έρθει να μας βοηθήσει. Του λέω ότι στο στόμα του βλέπω ένα σωλήνα να πηγαινοέρχεται με την αναπνοή του. Γελάει και μου απαντά ότι λέω χαζομάρες. Τελικά ανακαλύπτει ότι το λεβάιν που του είχαν βάλει δεύτερη φορά, είχε κουλουριαστεί στο στόμα. Η νοσοκόμα που του είχε δώσει το φάρμακο πριν μερικές ώρες δεν το είχε προσέξει καν. Του το ξαναβάζουν τρίτη φορά. Ο πυρετός ανεβαίνει πιο πολύ. Την πρώτη μέρα οι γιατροί δεν με δέχονται. Δεν έχουν τίποτα να μου πουν απαντούν. Την επόμενη πηγαίνω στα κλεφτά το απόγευμα που είναι πιο χαλαροί και μου εξηγούν ότι έχει βαριά πνευμονία και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Βαρέθηκα να ακούω το ίδιο. Παρακαλώ να του αλλάξουν τις γάζες στην τραχειοστομία που από τις αναρροφήσεις έχει γεμίσει αίματα και να αλλάξουμε σεντόνια. Είναι πέντε μέρες με τα ίδια. Για την γάζες θα έρθουν. Δεν έρχονται. Σεντόνια δεν υπάρχουν. Άλλοι τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Δεν δέχονται να φέρω από το σπίτι. Κατά ένα παράξενο τρόπο όσο χειροτερεύει τόσο έχω ελπίδες. Μαθαίνω με τη βοήθεια των άλλων να τον ταΐζω. Και να του δίνω και νερό. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε όταν θα τον πάρω στο σπίτι. Θα βρούμε τρόπο. Μόνο να την γλυτώσουμε. Η αντιβίωση δεν τον πιάνει. Ο πυρετός δεν μπορεί να κατέβει κάτω από το 38. Του δίνουν και άλλα αντιβιοτικά. Τα χέρια του πρήζονται σιγά-σιγά. Έρχεται η γιατρός το βράδυ να του πάρει αίμα και τη ρωτώ για το πρήξιμο. «Ο άνθρωπος πεθαίνει», μου λέει. «Δεν το καταλαβαίνετε;». «Τουλάχιστον δεν πονά;», ρωτώ. «Τι παρηγοριά είναι αυτή που ζητάτε», απαντά. Έχω την εντύπωση ότι θέλει να με χαστουκίσει για την αυθάδεια μου. Την προτελευταία μέρα αρχίζει μια βαριά αναπνοή. Παλεύει. Παρακαλώ να του δώσουν οτιδήποτε μπορεί να τον ανακουφίσει. «Είναι η αγωνία του θανάτου», απαντούν. Βλέπω τον γιατρό να έρχεται με ένα ασκό Ambu για να τον βοηθήσει να αναπνεύσει. Θυμάμαι το κουτί που μου έδωσαν από την Εντατική. Είχε μέσα ένα ασκό Αmbu. Έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι ήξεραν ότι ήταν το τέλος. Την τελευταία μέρα είναι τόσο γλυκός και ήρεμος. Όμορφος σαν εκείνη την φωτογραφία που είχε πάντα στο πορτοφόλι του 20 χρονών στο χωριό του. Σκέφτομαι ότι το ξεπέρασε και αυτό και αύριο να φέρω τον κουρέα που περνάει από τα δωμάτια να τον ξυρίσει. Θα κάνουμε Χριστούγεννα σπίτι. Λέω να μείνω το βράδυ. Η Β. ξέρει αλλά μου λέει ότι δεν είναι κάτι που θα γίνει σήμερα. Στις 7 το πρωί αρχίζει ξανά ο ρόγχος. Πηγαίνω μια φορά στο γραφείο των νοσοκόμων. «Θα έρθουμε», λέει. Περνάει ώρα και δεν φαίνεται κανείς. Κάτι δεν πάει καλά. Ξαναπηγαίνω. Έχουν βαρεθεί να με ακούν. Βλέπω την προϊσταμένη που έρχεται να αναλάβει πρωινή βάρδια και την παίρνω από πίσω την ώρα που ντύνεται παρακαλώντας να έρθει να τον δει. Καταλαβαίνει. Και φωνάζει αμέσως τους γιατρούς που κοιμόντουσαν στον επάνω όροφο. Με βγάζουν έξω. Μετά από λίγη ώρα βγαίνει ο γιατρός. Είναι ο ίδιος που τον παρέλαβε την πρώτη μέρα που μπήκαμε με τα επείγοντα. Μου κάνει νεύμα με το κεφάλι ότι δεν τα κατάφερε. Δεν λέει κουβέντα. Δεν ξέρω αν φοβάται τον θάνατο περισσότερο και από μένα. Βλέπω τις νοσοκόμες να πηγαίνουν στο δωμάτιο του. Μαζί με καθαρά σεντόνια αυτή τη φορά. Δεν τα χρειάζεται πια. Σήμερα είναι η 32η μέρα...

Σημ. Το κομμάτι είναι αφιερωμένο σε δυο ξένες γυναίκες. Τη Β., καθηγήτρια μουσικής στη Βουλγαρία και καθαρίστρια στο νοσοκομείο της Εντατικής. Δουλεύει μόνο νύχτα για να βοηθάει τις νοσοκόμες να καθαρίζουν τους εμετούς και τα αίματα από τους ετοιμοθάνατους. Ήξερε τα πιο παράξενα λόγια.. Τη Β. αποκλειστική πάνω από τριάντα χρόνια χωρίς ένσημα. Ερχόταν κάθε βράδυ και τον χάιδευε. Και κάθε πρωί που έβρισκε τις νοσοκόμες λίγο πιο χαλαρές πίεζε για να πάρει κανένα σεντόνι. Κάποια στιγμή τα κατάφερε.

“Σύντομα Θα Χαθώ Για Πάντα, Αλλά Δεν Πειράζει Αρκεί Να Διαβάσει Κάποιος Αυτό Το Γράμμα Και Να Το Κοινοποιήσει”

Αυτός ο 24 χρονος ξέρει πως δεν έχει πολύ χρόνο ζωής ακόμα. Έτσι, έκανε μια ανάρτηση στο Reddit, όπου δημοσιοποίησε το τελευταίο του γράμμα, γιατί ήθελε να μοιραστεί με τον κόσμο αυτό που μπορούσε πλέον να δει ξεκάθαρα:

«Σύντομα θα έχω χαθεί για πάντα, αλλά δεν με πειράζει, αρκεί κάποιος να διαβάσει αυτό το γράμμα. Είμαι μόλις 24, αλλά έχω ήδη διαλέξει την τελευταία μου γραβάτα. Είναι η γραβάτα που θα φοράω στην κηδεία μου, λίγους μήνες από τώρα. Μπορεί να μην ταιριάζει με το κουστούμι, αλλά είναι τέλεια για την περίσταση. Η διάγνωση του καρκίνου έγινε πολύ αργά και δεν υπήρχαν πολλά που μπορούσα να κάνω, αλλά συνειδητοποίησα πως το πιο σημαντικό πράγμα στο θάνατο είναι να σιγουρέψεις πως ο κόσμος που αφήνεις πίσω σου έγινε λίγο καλύτερος με τη βοήθειά σου. Ο τρόπος που έχω ζήσει τη ζωή μου μέχρι τώρα, η ύπαρξή μου, δεν θα μετράει, γιατί δεν έκανα κάτι που να έχει κάποιο αντίκτυπο. Πριν, υπήρχαν πολλά πράγματα στο μυαλό μου. Όταν έμαθα όμως πόσο χρόνο είχα, όλα έγιναν ξεκάθαρα. Γι’αυτό γράφω αυτό το γράμμα για ένα εγωιστικό λόγο. Θέλω να δώσω νόημα στη ζωή μου μοιράζοντας σας αυτό που κατάλαβα:

Μην χαλάτε το χρόνο σας σε κάτι που δεν σας αρέσει. Είναι λογικό να μην γίνεται ποτέ επιτυχημένος σε κάτι που δεν σας αρέσει. Η υπομονή, το πάθος και η αφοσίωση έρχονται φυσικά όταν κάνετε κάτι που αγαπάτε. Είναι χαζό να φοβάστε τη γνώμη των άλλων. Ο φόβος μας κάνει αδύναμους και μας παραλύει. Εάν τον αφήσετε, θα μεγαλώσει μέχρι που δεν θα έχει μείνει τίποτα από τον πραγματικό εαυτό σας. Να ακούτε το ένστικτό σας. Κάποιοι μπορεί να σας πουν τρελούς, αλλά κάποιοι μπορεί ακόμα και να νομίζουν πως είστε ένας θρύλος.

Πάρτε τον έλεγχο της ζωής σας. Να παίρνετε την ευθύνη για ότι σας συμβαίνει. Περιορίστε τις κακές συνήθειες και προσπαθήστε να ζείτε μία υγιή ζωή. Βρείτε ένα άθλημα που να σας κάνει χαρούμενους και πάνω από όλα μην χρονοτριβείτε. Αφήστε τη ζωή σας να σχηματιστεί από αποφάσεις που πήρατε, όχι από αυτές που δεν πήρατε ποτέ. Να εκτιμάτε τους ανθρώπους γύρω σας. Οι φίλοι και οι συγγενείς θα είναι πάντα μία πηγή δύναμης και αγάπης. Γι’αυτό να μην τους θεωρείτε δεδομένους. Είναι πολύ δύσκολο να εκφράσω τα συναισθήματά μου για αυτές τις απλές συνειδητοποιήσεις, αλλά ελπίζω να ακούσετε κάποιον που έχει βιώσει το πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος.

Δεν είμαι αναστατωμένος, γιατί καταλαβαίνω πως πρέπει να δώσω νόημα στις τελευταίες μου μέρες. Στενοχωριέμαι μόνο που δεν θα έχω την ευκαιρία να δω το μέλλον.

Νοιαζόμαστε τόσο πολύ για το σώμα μας μέχρι το θάνατο, που δεν βλέπουμε πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα κουτί – ένα δοχείο της προσωπικότητάς μας, των σκέψεων, των πεποιθήσεων και των προθέσεών μας στον κόσμο. Εάν δεν υπάρχει κάτι μέσα στο κουτί που να μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, δεν έχει και αξία αν απλά εξαφανιστεί.

Πιστεύω πως όλοι έχουμε προοπτικές, αλλά επίσης θέλει πολύ κουράγιο για να το συνειδητοποιήσουμε. Μπορείτε να συνεχίσετε να χάνετε ώρες και μέρες. Ή μπορείτε να πολεμήσετε γι’αυτό που πιστεύετε και να γράψετε την ιστορία της ζωής σας. Ελπίζω να πάρετε τη σωστή απόφαση. Αφήστε το αποτύπωμά σας στον κόσμο. Να ζήσετε μία ζωή με νόημα, ότι και αν σημαίνει αυτό για σας. Πηγαίνετε προς το μέρος που όλα είναι πιθανά. Δεν θα είμαστε εδώ για πάντα. Η ζωή μας είναι μικρή, οπότε ζήστε την με πάθος. Κάντε την ενδιαφέρουσα. Κάντε την να αξίζει!

Σας ευχαριστώ!» - Κοινοποιήστε το εις μνήμην

"Πατέρα εσύ με σκότωσες"

Οδηγώντας σε μια μεγάλη λεωφόρο, μπροστά στα μάτια μιας κυρίας έγινε ένα τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ένας νέος. Με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων, (λανθασμένη ενέργεια, προκρίνεται μεταφορά μόνο από εξειδικευμένους τραυματιοφορείς) έβαλαν στο αυτοκίνητο της το παλικάρι, περίπου 20 ετών, να το μεταφέρει στο εφημερεύον νοσοκομείο.. Το παλικάρι αιμορραγούσε, η κυρία έφτασε στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε.. οι τραυματιοφορείς της βάρδιας το πήραν μέσα. Μπήκε μαζί τους και η κυρία, για να μάθει ποιος είναι, και να ειδοποιήσει τους συγγενείς του. Οι γιατροί της βάρδιας διέγνωσαν πως έπρεπε να μπει επειγόντως στο χειρουργείο. Ειδοποίησαν τον χειρουργό, ο οποίος για να τον χειρουργήσει ήθελε 1000 δολάρια. Το είπαν στην κυρία η οποία τους είπε τι ακριβώς συνέβη και ότι δεν γνώριζε το παλικάρι.. Εξήγησαν στον γιατρό αλλά αυτός ανένδοτος, ήθελε τα χρήματα. Η κυρία βλέποντας το παλικάρι να αργοπεθαίνειειπε: Ξεκινήστε να το σώσετε και πάω να σας φέρω τα χρήματα. Η κυρία πράγματι έφερε τα χρήματα και τότε ήρθε ο γιατρός.. Όμως τι ειρωνεία! Τι οδυνηρό παιχνίδι του φύλαξε αυτή τη νύχτα η αγάπη του για τα χρήματα. Με το που είδε το παλικάρι, έμεινε ακίνητος, κιτρίνισε, άσπρισε πήρε το χρώμα του νεκρού.. Έπεσε πάνω στο παιδί ουρλιάζοντας. Και το παιδί είπε τις τελευταίες του λέξεις:

-Πατέρα με σκότωσες και ξεψύχησε... Η κυρία συγκλονισμένη από αυτό το συμβάν πέταξε τα χρήματα στα μούτρα του γιατρού και του είπε:

-Πάρτα, να κάνεις την κηδεία του παιδιού σου.

Σημειωτέον πως ήταν το μόνο παιδί που είχε.

«Και μην ξεχνάτε ποτέ: Η κάθε μέρα μετράει»…

Λίγο πριν πεθάνει από καρκίνο έγραψε ένα συγκλονιστικό γράμμα, ένα μεγάλο μάθημα ζωής. «Και μην ξεχνάτε ποτέ: Η κάθε μέρα μετράει»… Τα συγκλονιστικά λόγια μιας 36χρονης γυναίκας που μόλις πέθανε, διδάσκουν σε όλους μας το νόημα της ζωής. Η αξία της ζωής, της χαράς, της αγάπης, της φιλίας… Μια γυναίκα γράφει ένα συγκλονιστικό γράμμα και δίνει ένα μάθημα ζωής σε όλους εμάς που απογοητευόμαστε, μιζεριάζουμε και δεν ζούμε την κάθε μέρα όπως της αξίζει. Κάθε μέρα μετράει, είναι τα τελευταία της λόγια.

Η Heather McManamy διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού το 2013. Πριν από λίγες μέρες πέθανε, σε ηλικία 36 ετών. Αλλά πριν πεθάνει, άφησε στον σύζυγό της, τον Jeff, μια επιστολή της, για να την ανεβάσει στο Facebook μετά τον θάνατό της. Στο συγκινητικό αυτό γράμμα, η Heather ζητάει από όλους εμάς να εκτιμήσουμε την κάθε μέρα μας και να ζήσουμε όσο πιο έντονα μπορούμε αυτό το εύθραυστο ταξίδι της ζωής. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν διαβάσει αυτά τα λόγια της Ηeather, τα οποία έχουν γίνει viral.

Ο σύζυγός της έγραψε: «Καλησπέρα σε όλους. Δημοσιεύω αυτό το γράμμα, για λογαριασμό της αγάπης της ζωής μου. Αυτά είναι τα λόγια της. Πολλή αγάπη σε όλους σας.

– Jeff McManamy» Το συγκλονιστικό τελευταίο γράμμα της

«Λοιπόν… Έχω μερικά καλά και μερικά άσχημα νέα. Τα κακά νέα είναι, προφανώς, ότι είμαι νεκρή. Τα καλά νέα, αν διαβάζετε αυτό, είναι ότι εσείς δεν είστε (εκτός αν υπάρχει Wi-Fi στη μετά θάνατον ζωή). Ναι, αυτό είναι χάλια. Είναι χάλια, αλλά είμαι τόσο χαρούμενη που έζησα μια ζωή τόσο γεμάτη από αγάπη, χαρά και εκπληκτικούς φίλους. Είμαι τόσο τυχερή που με ειλικρίνεια μπορώ να πω ότι δεν έχω μετανιώσει για τίποτα και ότι πέρασα τη ζωή μου ζώντας στο έπακρο. Σας αγαπώ όλους και σας ευχαριστώ για αυτή την τρομερή ζωή. Σε όποια θρησκεία και αν πιστεύετε, τη σέβομαι. Ωστόσο, να σέβεστε και αυτούς που δεν πιστεύουν. Σας παρακαλώ πολύ πολύ… μην πείτε στην Brianna, την κόρη μου, ότι είμαι στον Παράδεισο. Στο μυαλό της, αυτό θα σημαίνει ότι επέλεξα να είμαι κάπου αλλού και όχι μαζί της. Στην πραγματικότητα, έκανα ό,τι μπορούσα για να είμαι εδώ μαζί της, αφού δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος στον κόσμο που θα προτιμούσα να είμαι. Σας παρακαλώ μην την μπερδέψετε και μην την κάνετε να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Επειδή, δεν είμαι στον Παράδεισο. Είμαι εδώ. Αλλά δεν βρίσκομαι πλέον στο μίζερο σώμα μου, που στράφηκε εναντίον μου. Η ενέργειά μου, η αγάπη μου, το γέλιο μου, οι απίστευτες αναμνήσεις, είναι όλα εδώ μαζί σας. Παρακαλώ μην με σκεφτείτε με οίκτο ή θλίψη. Χαμογελάστε, γνωρίζοντας ότι περάσαμε υπέροχα μαζί. Μισώ να κάνω τους ανθρώπους λυπημένους. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μου αρέσει να κάνω τους ανθρώπους να χαμογελούν, γι ‘αυτό σας παρακαλώ, αντί να νιώθετε θλίψη για μένα, να γελάτε με τις αναμνήσεις που δημιουργήσαμε μαζί. Σας παρακαλώ να λέτε ιστορίες στην Brianna για να ξέρει πόσο πολύ την αγαπώ και πόσο περήφανη θα είμαι πάντα γι ‘αυτήν (κάντε με να φανώ πιο cool απ’ ότι είμαι). Γιατί δεν λατρεύω τίποτα άλλο περισσότερο από το να είμαι η μαμά της. Τίποτα. Κάθε στιγμή μαζί της ήταν μια ευτυχία που δεν μπορούσε καν να φανταστώ, μέχρι που εκείνη ήρθε στον κόσμο μας. Και μην λέτε ότι έχασα από τον καρκίνο. Επειδή ο καρκίνος μπορεί να πήρε σχεδόν τα πάντα από μένα, αλλά ποτέ δεν μου πήρε την αγάπη ή την ελπίδα ή τη χαρά μου. Δεν ήταν μια «μάχη» ήταν απλά η ζωή, η οποία είναι συχνά βάναυση και άδικη. Δεν έχασα, διάολε. Ο τρόπος που έζησα για χρόνια με τον καρκίνο είναι κάτι το οποίο θεωρώ πολύ μεγάλη νίκη. Να το θυμάστε αυτό. Το πιο σημαντικό είναι ότι ήμουν απίστευτα τυχερή που πέρασα πάνω από μια δεκαετία με την αγάπη της ζωής μου και καλύτερο φίλο μου, τον Jeff. Ήταν η αληθινή αγάπη και η αδελφή ψυχή μου. Κάθε μέρα ήταν γεμάτη από χαρά και αγάπη με τον Jeff δίπλα μου. Είναι πραγματικά ο καλύτερος σύζυγος στον κόσμο. Στάθηκε δίπλα μου μέσα στο χάλι μου από τον καρκίνο. Ακόμη και στις χειρότερες μέρες που μπορείτε να φανταστείτε, βρήκαμε έναν τρόπο να γελάμε μαζί. Τον αγαπώ περισσότερο από την ίδια τη ζωή μου και πραγματικά πιστεύω ότι η αγάπη μας είναι τόσο ξεχωριστή που θα ζει για πάντα. Ο χρόνος είναι το πιο πολύτιμο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο και είμαι ευγνώμων που μοιράστηκα τη ζωή μου για τόσο πολύ καιρό με τον Jeff. Σ ‘αγαπώ Jeff. Πιστεύω ότι η υπέροχη Brianna είναι η αγάπη μας που πήρε ζωή, γιαυτό είναι τόσο όμορφη. Ραγίζει η καρδιά μου που πρέπει να πω αντίο. Και αν εσείς λυπάστε το μισό από ότι εγώ ραγίζει η καρδιά μου ξανά, διότι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα ποτέ είναι να σας προκαλέσω λύπη. Ελπίζω ότι με τον καιρό, θα μπορείτε να με σκεφτείτε με χαμόγελο και γέλιο, γιατί, Θεέ μου, περάσαμε μια συναρπαστική ζωή. Φίλοι μου, σας αγαπώ όλους και σας ευχαριστώ για την πιο θαυμάσια ζωή! Και ευχαριστώ όλους τους καταπληκτικούς γιατρούς και νοσοκόμες που με φρόντισαν. Από τα βάθη της καρδιάς μου, εύχομαι σε όλους τους φίλους μου μια μακρά ζωή γεμάτη υγεία και ελπίζω να νιώσετε την ίδια εκτίμηση για την κάθε μέρα που ζείτε. Αν πάτε στην κηδεία μου, κάντε κάτι που θα με έκανε υπερήφανη. Χορέψτε για μένα. Γιορτάστε την ομορφιά της ζωής με ένα γαμάτο πάρτι επειδή ξέρετε ότι αυτό που θα ήθελα είναι να είμαι μαζί σας και να διασκεδάζω, και κατά ένα περίεργο τρόπο θα βρω έναν τρόπο να είμαι εκεί (ξέρετε πόσο μισώ να χάνω τη διασκέδαση). Αυτό το γράμμα δεν είναι ένα αντίο, αφού θα σας ξαναδώ κάποτε. Όμως, κάντε μου μια χάρη, βρείτε λίγα λεπτά κάθε μέρα για να αναγνωρίσετε την εύθραυστη περιπέτεια που είναι αυτή η τρελή ζωή. Και μην ξεχνάτε ποτέ: Η κάθε μέρα μετράει».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου